δοξολογώ
•
- θρησκείαδοξάζω το θεό, με δοξολογία και ύμνους τον υμνώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δοξολογώ < (ελληνιστική κοινή) / δοξολογῶ < αρχαία ελληνική δόξα + λέγω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δοξολογώ | δοξολογείς | δοξολογεί | δοξολογούμε | δοξολογείτε | δοξολογούν / δοξολογούνε |
| Παρατατικός | δοξολογούσα | δοξολογούσες | δοξολογούσε | δοξολογούσαμε | δοξολογούσατε | δοξολογούσαν / δοξολογούσανε |
| Αόριστος | δοξολόγησα | δοξολόγησες | δοξολόγησε | δοξολογήσαμε | δοξολογήσατε | δοξολογήσαν / δοξολογήσανε / δοξολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα δοξολογήσω / θα δοξολογώ | θα δοξολογήσεις / θα δοξολογείς | θα δοξολογήσει / θα δοξολογεί | θα δοξολογήσουμε / θα δοξολογούμε | θα δοξολογήσετε / θα δοξολογείτε | θα δοξολογήσουν / θα δοξολογήσουνε / θα δοξολογούν / θα δοξολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω δοξολογήσει | έχεις δοξολογήσει | έχει δοξολογήσει | έχουμε δοξολογήσει | έχετε δοξολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δοξολογήσει | είχες δοξολογήσει | είχε δοξολογήσει | είχαμε δοξολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δοξολογήσει / να δοξολογήσω / να δοξολογώ | να έχεις δοξολογήσει / να δοξολογήσεις / να δοξολογείς | να έχει δοξολογήσει / να δοξολογήσει / να δοξολογεί | να έχουμε δοξολογήσει / να δοξολογήσουμε / να δοξολογούμε | να έχετε δοξολογήσει / να δοξολογήσετε / να δοξολογείτε | να δοξολογήσουν / να δοξολογήσουνε / να δοξολογούν / να δοξολογούνε |
| Προστακτική | — | δοξολόγει / δοξολόγησε | — | — | δοξολογήστε / δοξολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →