μεγαλύνω
•
- λόγιοδοξάζω, εξυμνώ, αινώ, λαμπρύνω Βικιλεξικό
- Μεγαλύνομέν σε, Ἰησοῦ Βασιλεῦ
Ετυμολογία
μεγαλύνω < μεσαιωνική ελληνική μεγαλύνω (παρόμοια σημασία) < αρχαία ελληνική μεγαλύνω < μέγας + -ύνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεγαλύνω | μεγαλύνεις | μεγαλύνει | μεγαλύνουμε | μεγαλύνετε | μεγαλύνουν / μεγαλύνουνε |
| Παρατατικός | μεγάλυνα / μεγαλυνόμουνα | μεγάλυνες / μεγαλυνόσουνα | μεγάλυνε / μεγαλυνότανε | μεγαλύναμε | μεγαλύνατε | μεγάλυναν / μεγαλύναν / μεγαλύνανε |
| Αόριστος | μεγάλυνα | μεγάλυνες | μεγάλυνε | μεγαλύναμε | μεγαλύνατε | μεγάλυναν / μεγαλύναν / μεγαλύνανε |
| Μέλλοντας | θα μεγαλύνω | θα μεγαλύνεις | θα μεγαλύνει | θα μεγαλύνουμε | θα μεγαλύνετε | θα μεγαλύνουν / θα μεγαλύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω μεγαλύνει | έχεις μεγαλύνει | έχει μεγαλύνει | έχουμε μεγαλύνει | έχετε μεγαλύνει | έχουν μεγαλύνει |
| Υπερσυντέλικος | είχα μεγαλύνει | είχες μεγαλύνει | είχε μεγαλύνει | είχαμε μεγαλύνει | είχατε μεγαλύνει | είχαν μεγαλύνει |
| Υποτακτική | να έχω μεγαλύνει / να μεγαλύνω | να έχεις μεγαλύνει / να μεγαλύνεις | να έχει μεγαλύνει / να μεγαλύνει | να έχουμε μεγαλύνει / να μεγαλύνουμε | να έχετε μεγαλύνει / να μεγαλύνετε | να έχουν μεγαλύνει / να μεγαλύνουν / να μεγαλύνουνε |
| Προστακτική | — | μεγάλυνε / μεγαλύνου | — | — | μεγαλύνετε / μεγαλύντε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | μεγαλύνομαι | μεγαλύνεσαι | μεγαλύνεται | μεγαλυνόμαστε | — | — |
| Παρατατικός | μεγαλυνόμουν | μεγαλυνόσουν | μεγαλυνόταν | μεγαλυνόμασταν / μεγαλυνόμαστε | — | — |
| Μέλλοντας | θα μεγαλύνομαι | θα μεγαλύνεσαι | θα μεγαλύνεται | θα μεγαλυνόμαστε | — | — |
| Υποτακτική | να μεγαλύνομαι | να μεγαλύνεσαι | να μεγαλύνεται | να μεγαλυνόμαστε | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →