δουλεμπορικό
•
- ναυτικός όροςπλοίο με το οποίο γίνεται το δουλεμπόριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δουλεμπορικό < ουδέτερο του δουλεμπορικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δουλεμπορικό | δουλεμπορικά |
| Γενική | δουλεμπορικού | δουλεμπορικών |
| Αιτιατική | δουλεμπορικό | δουλεμπορικά |
| Κλητική | δουλεμπορικό | δουλεμπορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →