Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δουλέμπορος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. επάγγελμαο έμπορος δούλων Βικιλεξικό
    • Έβλεπα άλλους σκλάβους πάνω στη σανίδα του σκλαβοπάζαρου, γυμνούς από τη μέση και πάνω για να τους επιθεωρήσουν οι πιθανοί αγοραστές τους. Δίπλα τους στέκονταν οι γυναίκες τους και τα παιδιά τους, που κλαίγοντας παρακαλούσαν τους δουλέμπορους να μην τους χωρίσουνε, αλλά να τους πάρουν κι αυτους μαζί με τον πατέρα τους. Αλλά τα παρακάλια τους δεν τα άκουγε ποτέ κανείς. (*)
  2. κατ’ επέκτασηαυτός που μεταφέρει λαθρομετανάστες, έναντι αδράς αμοιβής και υπό άθλιες και επικίνδυνες για τη ζωή τους συνθήκες Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δουλέμπορος < δούλ(ος) + -έμπορος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική marchand d'esclaves

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήδουλέμποροςδουλέμποροι
Γενικήδουλέμπορου / δουλεμπόρουδουλέμπορων / δουλεμπόρων
Αιτιατικήδουλέμποροδουλέμπορους / δουλεμπόρους
Κλητικήδουλέμπορεδουλέμποροι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →