δουλεμπορικός
•
- που έχει σχέση με τη δουλεμπορία ή τους δουλέμπορους ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
- ουσιαστικοποιημένοδουλεμπορικό: πλοίο με το οποίο γίνεται το δουλεμπόριο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δουλεμπορικός < δουλεμπορία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δουλεμπορικός | δουλεμπορική | δουλεμπορικό |
| Γενική | δουλεμπορικού | δουλεμπορικής | δουλεμπορικού |
| Αιτιατική | δουλεμπορικό | δουλεμπορική | δουλεμπορικό |
| Κλητική | δουλεμπορικέ | δουλεμπορική | δουλεμπορικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δουλεμπορικοί | δουλεμπορικές | δουλεμπορικά |
| Γενική | δουλεμπορικών | δουλεμπορικών | δουλεμπορικών |
| Αιτιατική | δουλεμπορικούς | δουλεμπορικές | δουλεμπορικά |
| Κλητική | δουλεμπορικοί | δουλεμπορικές | δουλεμπορικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →