Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δουλεμπορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη δουλεμπορία ή τους δουλέμπορους ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοδουλεμπορικό: πλοίο με το οποίο γίνεται το δουλεμπόριο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δουλεμπορικός < δουλεμπορία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδουλεμπορικόςδουλεμπορικήδουλεμπορικό
Γενικήδουλεμπορικούδουλεμπορικήςδουλεμπορικού
Αιτιατικήδουλεμπορικόδουλεμπορικήδουλεμπορικό
Κλητικήδουλεμπορικέδουλεμπορικήδουλεμπορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδουλεμπορικοίδουλεμπορικέςδουλεμπορικά
Γενικήδουλεμπορικώνδουλεμπορικώνδουλεμπορικών
Αιτιατικήδουλεμπορικούςδουλεμπορικέςδουλεμπορικά
Κλητικήδουλεμπορικοίδουλεμπορικέςδουλεμπορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →