Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρασκελίζω

ρήμα
•
  1. κάνω ένα μεγάλο βήμα (δρασκελιά) με τα πόδια μου όσο γίνεται πιο ανοιχτά ή πηδώ και περνώ πάνω από ένα εμπόδιο ή κενό Βικιλεξικό
    • 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο τελευταίος πειρασμός, [μυθιστόρημα], αρχική έκδοση: 1955, εκδόσεις: Το βιβλιοπωλείον της Εστίας Ι.Δ. Κολλάρου, Αθήνα 1961, @google.gr/books

Ετυμολογία

δρασκελίζω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δρασκελίζω < διασκελίζω < (ελληνιστική κοινή) διασκελίζομαι < διά + αρχαία ελληνική σκέλος

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδρασκελίζωδρασκελίζειςδρασκελίζειδρασκελίζουμεδρασκελίζετεδρασκελίζουν / δρασκελίζουνε
Παρατατικόςδρασκέλιζαδρασκέλιζεςδρασκέλιζεδρασκελίζαμεδρασκελίζατεδρασκέλιζαν / δρασκελίζαν / δρασκελίζανε
Αόριστοςδρασκέλισαδρασκέλισεςδρασκέλισεδρασκελίσαμεδρασκελίσατεδρασκέλισαν / δρασκελίσαν / δρασκελίσανε
Μέλλονταςθα δρασκελίζω / θα δρασκελίσωθα δρασκελίζεις / θα δρασκελίσειςθα δρασκελίζει / θα δρασκελίσειθα δρασκελίζουμε / θα δρασκελίσουμεθα δρασκελίζετε / θα δρασκελίσετεθα δρασκελίζουν / θα δρασκελίζουνε / θα δρασκελίσουν / θα δρασκελίσουνε
Παρακείμενοςέχω δρασκελίσειέχεις δρασκελίσειέχει δρασκελίσειέχουμε δρασκελίσειέχετε δρασκελίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα δρασκελίσειείχες δρασκελίσειείχε δρασκελίσειείχαμε δρασκελίσει——
Υποτακτικήνα έχω δρασκελίσει / να δρασκελίζω / να δρασκελίσωνα έχεις δρασκελίσει / να δρασκελίζεις / να δρασκελίσειςνα έχει δρασκελίσει / να δρασκελίζει / να δρασκελίσεινα έχουμε δρασκελίσει / να δρασκελίζουμε / να δρασκελίσουμενα έχετε δρασκελίσει / να δρασκελίζετε / να δρασκελίσετενα δρασκελίζουν / να δρασκελίζουνε / να δρασκελίσουν / να δρασκελίσουνε
Προστακτική—δρασκέλιζε / δρασκέλισε——δρασκελίζετε / δρασκελίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →