Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δρομολογώ

/ðɾo.mo.loˈɣo/ρήμα
•
  1. βάζω κάποιο όχημα να κινηθεί σε συγκεκριμένο δρομολόγιο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάεκκινώ, κάνω αρχή σε μια συγκεκριμένη διαδικασία Βικιλεξικό
    • (συνήθως στο 3ο παθητικό πρόσωπο) δρομολογείται

Ετυμολογία

δρομολογώ < δρομολόγ(ιο) (καθαρεύουσα -ιον) + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός) με δεύτερο συνθετικό -λογώ

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςδρομολογώδρομολογείςδρομολογείδρομολογούμεδρομολογείτεδρομολογούν / δρομολογούνε
Παρατατικόςδρομολογούσαδρομολογούσεςδρομολογούσεδρομολογούσαμεδρομολογούσατεδρομολογούσαν / δρομολογούσανε
Αόριστοςδρομολόγησαδρομολόγησεςδρομολόγησεδρομολογήσαμεδρομολογήσατεδρομολογήσαν / δρομολογήσανε / δρομολόγησαν
Μέλλονταςθα δρομολογήσω / θα δρομολογώθα δρομολογήσεις / θα δρομολογείςθα δρομολογήσει / θα δρομολογείθα δρομολογήσουμε / θα δρομολογούμεθα δρομολογήσετε / θα δρομολογείτεθα δρομολογήσουν / θα δρομολογήσουνε / θα δρομολογούν / θα δρομολογούνε
Παρακείμενοςέχω δρομολογήσειέχεις δρομολογήσειέχει δρομολογήσειέχουμε δρομολογήσει——
Υπερσυντέλικοςείχα δρομολογήσειείχες δρομολογήσειείχε δρομολογήσει———
Υποτακτικήνα έχω δρομολογήσει / να δρομολογήσω / να δρομολογώνα έχεις δρομολογήσει / να δρομολογήσεις / να δρομολογείςνα έχει δρομολογήσει / να δρομολογήσει / να δρομολογείνα έχουμε δρομολογήσει / να δρομολογήσουμε / να δρομολογούμενα δρομολογήσετε / να δρομολογείτενα δρομολογήσουν / να δρομολογήσουνε / να δρομολογούν / να δρομολογούνε
Προστακτική—έχε δρομολογημένο / δρομολόγησε——δρομολογήστε / δρομολογείτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

δρομολογήθηκαδρομολογούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →