δρομολογώ
•
- βάζω κάποιο όχημα να κινηθεί σε συγκεκριμένο δρομολόγιο Βικιλεξικό
- μεταφορικάεκκινώ, κάνω αρχή σε μια συγκεκριμένη διαδικασία Βικιλεξικό
- (συνήθως στο 3ο παθητικό πρόσωπο) δρομολογείται
Ετυμολογία
δρομολογώ < δρομολόγ(ιο) (καθαρεύουσα -ιον) + -ώ (αναδρομικός σχηματισμός) με δεύτερο συνθετικό -λογώ
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δρομολογώ | δρομολογείς | δρομολογεί | δρομολογούμε | δρομολογείτε | δρομολογούν / δρομολογούνε |
| Παρατατικός | δρομολογούσα | δρομολογούσες | δρομολογούσε | δρομολογούσαμε | δρομολογούσατε | δρομολογούσαν / δρομολογούσανε |
| Αόριστος | δρομολόγησα | δρομολόγησες | δρομολόγησε | δρομολογήσαμε | δρομολογήσατε | δρομολογήσαν / δρομολογήσανε / δρομολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα δρομολογήσω / θα δρομολογώ | θα δρομολογήσεις / θα δρομολογείς | θα δρομολογήσει / θα δρομολογεί | θα δρομολογήσουμε / θα δρομολογούμε | θα δρομολογήσετε / θα δρομολογείτε | θα δρομολογήσουν / θα δρομολογήσουνε / θα δρομολογούν / θα δρομολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω δρομολογήσει | έχεις δρομολογήσει | έχει δρομολογήσει | έχουμε δρομολογήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δρομολογήσει | είχες δρομολογήσει | είχε δρομολογήσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δρομολογήσει / να δρομολογήσω / να δρομολογώ | να έχεις δρομολογήσει / να δρομολογήσεις / να δρομολογείς | να έχει δρομολογήσει / να δρομολογήσει / να δρομολογεί | να έχουμε δρομολογήσει / να δρομολογήσουμε / να δρομολογούμε | να δρομολογήσετε / να δρομολογείτε | να δρομολογήσουν / να δρομολογήσουνε / να δρομολογούν / να δρομολογούνε |
| Προστακτική | — | έχε δρομολογημένο / δρομολόγησε | — | — | δρομολογήστε / δρομολογείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
δρομολογήθηκαδρομολογούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →