Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δύναμαι

ρήμα
•
  1. λόγιομπορώ, έχω τη δύναμη ή τη δυνατότητα, το δικαίωμα (να κάνω κάτι) Βικιλεξικό
    • Δύναμαι νά σᾶς διαβεβαιώσω, Κύριοι, ὅτι ἕως προχθές, πρίν ἤ γείνη ἡ Σχολή τοῦ Μηχανικοῦ, οὐδείς ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν ἀκόμη τοῦ Μηχανικοῦ ἦτο εἰς θέσιν νά ἀναφλέξη μίαν κροτίδα δυναμίτιδος. Πῶς εἶναι δυνατόν λοιπόν νά ἀρνηθῆτε τήν χρησιμότητα τοῦ Σχολείου τοῦ Μηχανικοῦ; (Πρακτικά των Συνεδριάσεων της βουλής, 1909, Αθήνα, Δημόσιο Τυπογραφείο, σελ. 88)

Ετυμολογία

δύναμαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δύναμαι < πρωτοελληνική *dunamai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dewh₂-

Άλλοι τύποι

δυνήθηκα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →