δυναμιτίζω
•
- μεταφορικάυπονομεύω, απειλώ να καταστρέψω κάτι με ακραίες ενέργειες ή δηλώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυναμιτίζω < δυναμίτιδα + -ίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δυναμιτίζω | δυναμιτίζεις | δυναμιτίζει | δυναμιτίζουμε | δυναμιτίζετε | δυναμιτίζουν / δυναμιτίζουνε |
| Παρατατικός | δυναμίτιζα | δυναμίτιζες | δυναμίτιζε | δυναμιτίζαμε | δυναμιτίζατε | δυναμίτιζαν / δυναμιτίζαν / δυναμιτίζανε |
| Αόριστος | δυναμίτισα | δυναμίτισες | δυναμίτισε | δυναμιτίσαμε | δυναμιτίσατε | δυναμίτισαν / δυναμιτίσαν / δυναμιτίσανε |
| Μέλλοντας | θα δυναμιτίζω / θα δυναμιτίσω | θα δυναμιτίζεις / θα δυναμιτίσεις | θα δυναμιτίζει / θα δυναμιτίσει | θα δυναμιτίζουμε / θα δυναμιτίσουμε | θα δυναμιτίζετε / θα δυναμιτίσετε | θα δυναμιτίζουν / θα δυναμιτίζουνε / θα δυναμιτίσουν / θα δυναμιτίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δυναμιτίσει | έχεις δυναμιτίσει | έχει δυναμιτίσει | έχουμε δυναμιτίσει | έχετε δυναμιτίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δυναμιτίσει | είχες δυναμιτίσει | είχε δυναμιτίσει | είχαμε δυναμιτίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δυναμιτίσει / να δυναμιτίζω / να δυναμιτίσω | να έχεις δυναμιτίσει / να δυναμιτίζεις / να δυναμιτίσεις | να έχει δυναμιτίσει / να δυναμιτίζει / να δυναμιτίσει | να έχουμε δυναμιτίσει / να δυναμιτίζουμε / να δυναμιτίσουμε | να έχετε δυναμιτίσει / να δυναμιτίζετε / να δυναμιτίσετε | να δυναμιτίζουν / να δυναμιτίζουνε / να δυναμιτίσουν / να δυναμιτίσουνε |
| Προστακτική | — | δυναμίτιζε / δυναμίτισε | — | — | δυναμιτίζετε / δυναμιτίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →