Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυναμιτιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. κυριολεκτικάπου έχει σχέση με δυναμιτιστή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυναμιτιστικός < δυναμιτιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυναμιτιστικόςδυναμιτιστικήδυναμιτιστικό
Γενικήδυναμιτιστικούδυναμιτιστικήςδυναμιτιστικού
Αιτιατικήδυναμιτιστικόδυναμιτιστικήδυναμιτιστικό
Κλητικήδυναμιτιστικέδυναμιτιστικήδυναμιτιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυναμιτιστικοίδυναμιτιστικέςδυναμιτιστικά
Γενικήδυναμιτιστικώνδυναμιτιστικώνδυναμιτιστικών
Αιτιατικήδυναμιτιστικούςδυναμιτιστικέςδυναμιτιστικά
Κλητικήδυναμιτιστικοίδυναμιτιστικέςδυναμιτιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →