δυναμιτιστικός
•
- κυριολεκτικάπου έχει σχέση με δυναμιτιστή ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυναμιτιστικός < δυναμιτιστής + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυναμιτιστικός | δυναμιτιστική | δυναμιτιστικό |
| Γενική | δυναμιτιστικού | δυναμιτιστικής | δυναμιτιστικού |
| Αιτιατική | δυναμιτιστικό | δυναμιτιστική | δυναμιτιστικό |
| Κλητική | δυναμιτιστικέ | δυναμιτιστική | δυναμιτιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυναμιτιστικοί | δυναμιτιστικές | δυναμιτιστικά |
| Γενική | δυναμιτιστικών | δυναμιτιστικών | δυναμιτιστικών |
| Αιτιατική | δυναμιτιστικούς | δυναμιτιστικές | δυναμιτιστικά |
| Κλητική | δυναμιτιστικοί | δυναμιτιστικές | δυναμιτιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →