δυσφήμηση
•
- ενέργεια (δήλωση, διασπορά φημών) ή άλλες πράξεις κ.λπ.) με την οποία προσβάλλεται η υπόληψη, η δημόσια εικόνα κάποιου ή θίγονται τα συμφέροντά του (ισχύει και ευρύτερα, πέρα από πρόσωπα) Βικιλεξικό
- Η δυσφήμησή μου ως επαγγελματία ξεκίνησε με όσα δήλωσε στη χθεσινή της συνέντευξη στην τηλεόραση.
- Αυτά που έγραψε ήταν δυσφήμηση της εταιρίας μας.
- Ο χτεσινός αγώνας μόνο ως δυσφήμηση για το ποδόσφαιρο μπορεί να χαρακτηριστεί.
Ετυμολογία
δυσφήμηση < (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική diffamation, → δείτε και τα ρήματα δυσφημίζω και δυσφημώ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | δυσφήμηση | δυσφημήσεις |
| Γενική | δυσφήμησης | δυσφημήσεων |
| Αιτιατική | δυσφήμηση | δυσφημήσεις |
| Κλητική | δυσφήμηση | δυσφημήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →