δυσφημίζω
•
- ισχυρίζομαι ή διαδίδω κάτι που βλάπτει την εικόνα, τη φήμη, την τιμή, την υπόληψη ή τα οικονομικά συμφέροντα κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυσφημίζω < δυσφημώ < αρχαία ελληνική δυσφημῶ < δύσφημος < δυσ- + -φημος < φήμη
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | δυσφημίζω | δυσφημίζεις | δυσφημίζει | δυσφημίζουμε | δυσφημίζετε | δυσφημίζουν / δυσφημίζουνε |
| Παρατατικός | δυσφήμιζα | δυσφήμιζες | δυσφήμιζε | δυσφημίζαμε | δυσφημίζατε | δυσφήμιζαν / δυσφημίζαν / δυσφημίζανε |
| Αόριστος | δυσφήμισα | δυσφήμισες | δυσφήμισε | δυσφημίσαμε | δυσφημίσατε | δυσφήμισαν / δυσφημίσαν / δυσφημίσανε |
| Μέλλοντας | θα δυσφημίζω / θα δυσφημίσω | θα δυσφημίζεις / θα δυσφημίσεις | θα δυσφημίζει / θα δυσφημίσει | θα δυσφημίζουμε / θα δυσφημίσουμε | θα δυσφημίζετε / θα δυσφημίσετε | θα δυσφημίζουν / θα δυσφημίζουνε / θα δυσφημίσουν / θα δυσφημίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω δυσφημίσει | έχεις δυσφημίσει | έχει δυσφημίσει | έχουμε δυσφημίσει | έχετε δυσφημίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα δυσφημίσει | είχες δυσφημίσει | είχε δυσφημίσει | είχαμε δυσφημίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω δυσφημίσει / να δυσφημίζω / να δυσφημίσω | να έχεις δυσφημίσει / να δυσφημίζεις / να δυσφημίσεις | να έχει δυσφημίσει / να δυσφημίζει / να δυσφημίσει | να έχουμε δυσφημίσει / να δυσφημίζουμε / να δυσφημίσουμε | να έχετε δυσφημίσει / να δυσφημίζετε / να δυσφημίσετε | να δυσφημίζουν / να δυσφημίζουνε / να δυσφημίσουν / να δυσφημίσουνε |
| Προστακτική | — | δυσφήμιζε / δυσφήμισε | — | — | δυσφημίζετε / δυσφημίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →