εκθέτω
•
- βάζω κάποιον ή κάτι σε ένα σημείο, ώστε να μπορούν οι άλλοι να τον δουν Βικιλεξικό
- ο ζωγράφος Χ εκθέτει στις σπουδαιότερες γκαλερί
- παρουσιάζω Βικιλεξικό
- Ο Παπάζογλου εκτέθηκε στις εκλογές (κατέβηκε ως υποψήφιος)
- αναπτύσσω, αφηγούμαι Βικιλεξικό
- εκθέτω τις απόψεις μου
- αφήνω κάποιον απροστάτευτο ή έκθετο στις επικρίσεις και τις κατηγορίες κάποιων Βικιλεξικό
- με εξέθεσες μ' αυτά που είπες, και δεν ήξερα πώς να τα μπαλώσω
- εκθέτω σε κίνδυνο
- Αισθάνομαι οικονομικά εκτεθειμένη σε απρόβλεπτους κινδύνους (είμαι ακάλυπτος)
- «Εις το επανιδείν», ευχήθηκα και έκανα χειραψία στον Παπαβολίδα που έμεινε ενεός. Ο Πετονιάς σηκώθηκε τότε από τη θέση του, με αγριοκοίταξε και δε με χαιρέτησε όταν βγήκαμε έξω – μάλλον τον είχα εκθέσει. (Μιχάλης Μιχαηλίδης, Ο μηχανισμός της σύγχυσης, εκδ. Καστανιώτη, 2003, σελ. 138)
Ετυμολογία
εκθέτω < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἐκθέτω < αρχαία ελληνική ἐκτίθημι :* για τη σημασία «αφήνω απροστάτευτο σε κίνδυνο» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική exposer
Άλλοι τύποι
εκθέσωεκτέθηκαεκτίθεμαιεκτεθειμένοςεξέθεσαεξέθετα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →