δυϊστικός
•
- φιλοσοφίαπου έχει σχέση με τον δυϊσμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
δυϊστικός < δυϊστ(ής) + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dualiste)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυϊστικός | δυϊστική | δυϊστικό |
| Γενική | δυϊστικού | δυϊστικής | δυϊστικού |
| Αιτιατική | δυϊστικό | δυϊστική | δυϊστικό |
| Κλητική | δυϊστικέ | δυϊστική | δυϊστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | δυϊστικοί | δυϊστικές | δυϊστικά |
| Γενική | δυϊστικών | δυϊστικών | δυϊστικών |
| Αιτιατική | δυϊστικούς | δυϊστικές | δυϊστικά |
| Κλητική | δυϊστικοί | δυϊστικές | δυϊστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →