Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

δυϊστικός

/ði.i.stiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαπου έχει σχέση με τον δυϊσμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

δυϊστικός < δυϊστ(ής) + -ικός (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dualiste)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυϊστικόςδυϊστικήδυϊστικό
Γενικήδυϊστικούδυϊστικήςδυϊστικού
Αιτιατικήδυϊστικόδυϊστικήδυϊστικό
Κλητικήδυϊστικέδυϊστικήδυϊστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήδυϊστικοίδυϊστικέςδυϊστικά
Γενικήδυϊστικώνδυϊστικώνδυϊστικών
Αιτιατικήδυϊστικούςδυϊστικέςδυϊστικά
Κλητικήδυϊστικοίδυϊστικέςδυϊστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →