μονιστικός
•
- φιλοσοφίαπου έχει σχέση με τον μονισμό ή αναφέρεται σ' αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
μονιστικός < μονιστ(ής) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονιστικός | μονιστική | μονιστικό |
| Γενική | μονιστικού | μονιστικής | μονιστικού |
| Αιτιατική | μονιστικό | μονιστική | μονιστικό |
| Κλητική | μονιστικέ | μονιστική | μονιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | μονιστικοί | μονιστικές | μονιστικά |
| Γενική | μονιστικών | μονιστικών | μονιστικών |
| Αιτιατική | μονιστικούς | μονιστικές | μονιστικά |
| Κλητική | μονιστικοί | μονιστικές | μονιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →