είσπραξη
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του εισπράττω καθώς και τα χρήματα που κάποιος εισπράττει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
είσπραξη < αρχαία ελληνική εἴσπραξις < εἰσπράττω < εἰς + πράττω ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική perception)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | είσπραξη | εισπράξεις |
| Γενική | είσπραξης | εισπράξεων |
| Αιτιατική | είσπραξη | εισπράξεις |
| Κλητική | είσπραξη | εισπράξεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →