εισπράττω
•
- παίρνω τα χρήματα που πληρώνει αυτός που αγόρασε αγαθά ή υπηρεσίες, για εξόφληση δανείων κλπ Βικιλεξικό
- γενικότεραπαίρνω, δέχομαι κάτι Βικιλεξικό
- τους έκανα μια ευνοϊκότερη πρόταση αλλά πάλι εισέπραξα την άρνησή τους
- δέχομαι κάτι που έγινε ή ειπώθηκε με έναν ορισμένο τρόπο, ερμηνεύω Βικιλεξικό
- το παιδί εισπράττει την κριτική από τη μητέρα του ως έλλειψη αποδοχής
Ετυμολογία
εισπράττω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰσπράττω. Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + πράττω.
Άλλοι τύποι
εισέπραξαεισπεπραγμένοςεισπράξωεισπράττομαιεισπράχθηκαεισπραττόμενος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →