εγκάθετος
•
- που σκόπιμα τοποθετείται κάπου, εκτελώντας πιστά συγκεκριμένες εντολές, συνήθως για την επιδοκιμασία ή την αποδοκιμασία πολιτικών προσώπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκάθετος < αρχαία ελληνική ἐγκάθετος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκάθετος | εγκάθετη | εγκάθετο |
| Γενική | εγκάθετου | εγκάθετης | εγκάθετου |
| Αιτιατική | εγκάθετο | εγκάθετη | εγκάθετο |
| Κλητική | εγκάθετε | εγκάθετη | εγκάθετο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκάθετοι | εγκάθετες | εγκάθετα |
| Γενική | εγκάθετων | εγκάθετων | εγκάθετων |
| Αιτιατική | εγκάθετους | εγκάθετες | εγκάθετα |
| Κλητική | εγκάθετοι | εγκάθετες | εγκάθετα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →