Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

βάλτος

/ˈval.tos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωγραφίαη έκταση γης πλημμυρισμένη από γλυκό νερό με χαρακτηριστική βλάστηση από καλαμιώνες και βούρλα Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάστάσιμη κατάσταση χαρακτηριζόμενη από την έλλειψη εξέλιξης και δημιουργικής πνοής Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάανήθικη κατάσταση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

βάλτος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική βάλτος < σλαβικής προέλευσης блато < πρωτοσλαβική *bolto (βάλτος, έλος). Συγγενή: ρουμανική baltă, αλβανική baltë.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήβάλτοςβάλτοι
Γενικήβάλτουβάλτων
Αιτιατικήβάλτοβάλτους
Κλητικήβάλτεβάλτοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

βαλτός

/valˈtos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον έχουν βάλει, που βάλθηκε, που είναι βαλμένος Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραπου έχει εισχωρήσει, μετά από εντολή άλλων, σε μια ομάδα ατόμων παριστάνοντας τον ομοϊδεάτη τους, είτε για να τους παρακολουθεί είτε για να τους υποκινεί ή παρακινεί να κάνουν ενέργειες που, κανονικά, δεν θα έκαναν Βικιλεξικό
    • Τελικά ήταν βαλτός από τους γονείς μας για να μην πάμε στις διακοπές στα νησιά, αλλά να πάμε μαζί τους στο χωριό.
  3. οικείοπου προσπαθεί επίμονα και με διάφορες δικαιολογίες και πλάγιους τρόπους να πετύχει κάτι στο οποίο δε συμφωνούν οι άλλοι Βικιλεξικό
    • Αυτός είναι βαλτός να μας γυρίσει πίσω, επιμένει ακόμα ότι τον πονάει η κοιλιά του.

Ετυμολογία

βαλτός < (βάζω) βαλ- + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαλτόςβαλτήβαλτό
Γενικήβαλτούβαλτήςβαλτού
Αιτιατικήβαλτόβαλτήβαλτό
Κλητικήβαλτέβαλτήβαλτό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήβαλτοίβαλτέςβαλτά
Γενικήβαλτώνβαλτώνβαλτών
Αιτιατικήβαλτούςβαλτέςβαλτά
Κλητικήβαλτοίβαλτέςβαλτά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →