εγκαθήλωμα
•
- σπάνιοη καθήλωση, η ακινητοποίηση κάποιου Βικιλεξικό
- τραυματισμός ίππου κατά τη λανθασμένη διαδικασία του πεταλώματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκαθήλωμα < εν- + καθήλωμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαθήλωμα | εγκαθηλώματα |
| Γενική | εγκαθηλώματος | εγκαθηλωμάτων |
| Αιτιατική | εγκαθήλωμα | εγκαθηλώματα |
| Κλητική | εγκαθήλωμα | εγκαθηλώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →