εγκαθίδρυση
•
- λόγιοη ενέργεια και το αποτέλεσμα του εγκαθιδρύω Βικιλεξικό
- η εγκαθίδρυση της δικτατορίας του προλεταριάτου
Ετυμολογία
εγκαθίδρυση < εγκαθιδρύω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκαθίδρυση | εγκαθιδρύσεις |
| Γενική | εγκαθίδρυσης | εγκαθιδρύσεων |
| Αιτιατική | εγκαθίδρυση | εγκαθιδρύσεις |
| Κλητική | εγκαθίδρυση | εγκαθιδρύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →