Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκαθιδρύω

ρήμα
•
  1. επιβάλλω πολίτευμα, καθεστώς κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκαθιδρύω < αρχαία ελληνική ἐγκαθιδρύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ériger)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγκαθιδρύωεγκαθιδρύειςεγκαθιδρύειεγκαθιδρύουμεεγκαθιδρύετεεγκαθιδρύουν / εγκαθιδρύουνε
Παρατατικόςεγκαθίδρυαεγκαθίδρυεςεγκαθίδρυεεγκαθιδρύαμεεγκαθιδρύατεεγκαθίδρυαν / εγκαθιδρύαν / εγκαθιδρύανε
Αόριστοςεγκαθίδρυσαεγκαθίδρυσεςεγκαθίδρυσεεγκαθιδρύσαμεεγκαθιδρύσατεεγκαθίδρυσαν / εγκαθιδρύσαν / εγκαθιδρύσανε
Μέλλονταςθα εγκαθιδρύσω / θα εγκαθιδρύωθα εγκαθιδρύεις / θα εγκαθιδρύσειςθα εγκαθιδρύει / θα εγκαθιδρύσειθα εγκαθιδρύουμε / θα εγκαθιδρύσουμεθα εγκαθιδρύετε / θα εγκαθιδρύσετεθα εγκαθιδρύουν / θα εγκαθιδρύουνε / θα εγκαθιδρύσουν / θα εγκαθιδρύσουνε
Παρακείμενοςέχω εγκαθιδρύσειέχεις εγκαθιδρύσειέχει εγκαθιδρύσειέχουμε εγκαθιδρύσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εγκαθιδρύσειείχες εγκαθιδρύσειείχε εγκαθιδρύσειείχαμε εγκαθιδρύσει——
Υποτακτικήνα έχω εγκαθιδρύσει / να εγκαθιδρύσω / να εγκαθιδρύωνα έχεις εγκαθιδρύσει / να εγκαθιδρύεις / να εγκαθιδρύσειςνα έχει εγκαθιδρύσει / να εγκαθιδρύει / να εγκαθιδρύσεινα έχουμε εγκαθιδρύσει / να εγκαθιδρύουμε / να εγκαθιδρύσουμενα εγκαθιδρύετε / να εγκαθιδρύσετενα εγκαθιδρύουν / να εγκαθιδρύουνε / να εγκαθιδρύσουν / να εγκαθιδρύσουνε
Προστακτική—εγκαθίδρυε / εγκαθίδρυσε——εγκαθιδρύετε / εγκαθιδρύστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εγκαθιδρύομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →