καθιδρύω
•
- λόγιοκαθιερώνω Βικιλεξικό
- λόγιοθεσπίζω Βικιλεξικό
- λόγιοεγκαθιδρύω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
καθιδρύω < αρχαία ελληνική καθιδρύω < κατά + ἱδρύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | καθιδρύω | καθιδρύεις | καθιδρύει | καθιδρύουμε | καθιδρύετε | καθιδρύουν / καθιδρύουνε |
| Παρατατικός | καθίδρυα | καθίδρυες | καθίδρυε | καθιδρύαμε | καθιδρύατε | καθίδρυαν / καθιδρύαν / καθιδρύανε |
| Αόριστος | καθίδρυσα | καθίδρυσες | καθίδρυσε | καθιδρύσαμε | καθιδρύσατε | καθίδρυσαν / καθιδρύσαν / καθιδρύσανε |
| Μέλλοντας | θα καθιδρύσω / θα καθιδρύω | θα καθιδρύεις / θα καθιδρύσεις | θα καθιδρύει / θα καθιδρύσει | θα καθιδρύουμε / θα καθιδρύσουμε | θα καθιδρύετε / θα καθιδρύσετε | θα καθιδρύουν / θα καθιδρύουνε / θα καθιδρύσουν / θα καθιδρύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω καθιδρύσει | έχεις καθιδρύσει | έχει καθιδρύσει | έχουμε καθιδρύσει | έχετε καθιδρύσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα καθιδρύσει | είχες καθιδρύσει | είχε καθιδρύσει | είχαμε καθιδρύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω καθιδρύσει / να καθιδρύσω / να καθιδρύω | να έχεις καθιδρύσει / να καθιδρύεις / να καθιδρύσεις | να έχει καθιδρύσει / να καθιδρύει / να καθιδρύσει | να έχουμε καθιδρύσει / να καθιδρύουμε / να καθιδρύσουμε | να έχετε καθιδρύσει / να καθιδρύετε / να καθιδρύσετε | να καθιδρύουν / να καθιδρύουνε / να καθιδρύσουν / να καθιδρύσουνε |
| Προστακτική | — | καθίδρυε / καθίδρυσε | — | — | καθιδρύετε / καθιδρύστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →