Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

καθιδρύω

ρήμα
•
  1. λόγιοκαθιερώνω Βικιλεξικό
  2. λόγιοθεσπίζω Βικιλεξικό
  3. λόγιοεγκαθιδρύω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

καθιδρύω < αρχαία ελληνική καθιδρύω < κατά + ἱδρύω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςκαθιδρύωκαθιδρύειςκαθιδρύεικαθιδρύουμεκαθιδρύετεκαθιδρύουν / καθιδρύουνε
Παρατατικόςκαθίδρυακαθίδρυεςκαθίδρυεκαθιδρύαμεκαθιδρύατεκαθίδρυαν / καθιδρύαν / καθιδρύανε
Αόριστοςκαθίδρυσακαθίδρυσεςκαθίδρυσεκαθιδρύσαμεκαθιδρύσατεκαθίδρυσαν / καθιδρύσαν / καθιδρύσανε
Μέλλονταςθα καθιδρύσω / θα καθιδρύωθα καθιδρύεις / θα καθιδρύσειςθα καθιδρύει / θα καθιδρύσειθα καθιδρύουμε / θα καθιδρύσουμεθα καθιδρύετε / θα καθιδρύσετεθα καθιδρύουν / θα καθιδρύουνε / θα καθιδρύσουν / θα καθιδρύσουνε
Παρακείμενοςέχω καθιδρύσειέχεις καθιδρύσειέχει καθιδρύσειέχουμε καθιδρύσειέχετε καθιδρύσει—
Υπερσυντέλικοςείχα καθιδρύσειείχες καθιδρύσειείχε καθιδρύσειείχαμε καθιδρύσει——
Υποτακτικήνα έχω καθιδρύσει / να καθιδρύσω / να καθιδρύωνα έχεις καθιδρύσει / να καθιδρύεις / να καθιδρύσειςνα έχει καθιδρύσει / να καθιδρύει / να καθιδρύσεινα έχουμε καθιδρύσει / να καθιδρύουμε / να καθιδρύσουμενα έχετε καθιδρύσει / να καθιδρύετε / να καθιδρύσετενα καθιδρύουν / να καθιδρύουνε / να καθιδρύσουν / να καθιδρύσουνε
Προστακτική—καθίδρυε / καθίδρυσε——καθιδρύετε / καθιδρύστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →