εγκλωβίζω
•
- οδηγώ και κλείνω κάποιον σε ένα κλουβί ή γενικότερα σε έναν πολύ στενό χώρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάπεριορίζω κάποιον σε ασφυκτικά πλαίσια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκλωβίζω < (εν) εγ- + κλωβός + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική encager)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγκλωβίζω | εγκλωβίζεις | εγκλωβίζει | εγκλωβίζουμε | εγκλωβίζετε | εγκλωβίζουν / εγκλωβίζουνε |
| Παρατατικός | εγκλώβιζα | εγκλώβιζες | εγκλώβιζε | εγκλωβίζαμε | εγκλωβίζατε | εγκλωβίζαν / εγκλωβίζανε / εγκλώβιζαν |
| Αόριστος | εγκλώβισα | εγκλώβισες | εγκλώβισε | εγκλωβίσαμε | εγκλωβίσατε | εγκλωβίσαν / εγκλωβίσανε / εγκλώβισαν |
| Μέλλοντας | θα εγκλωβίζω / θα εγκλωβίσω | θα εγκλωβίζεις / θα εγκλωβίσεις | θα εγκλωβίζει / θα εγκλωβίσει | θα εγκλωβίζουμε / θα εγκλωβίσουμε | θα εγκλωβίζετε / θα εγκλωβίσετε | θα εγκλωβίζουν / θα εγκλωβίζουνε / θα εγκλωβίσουν / θα εγκλωβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εγκλωβίσει | έχεις εγκλωβίσει | έχει εγκλωβίσει | έχουμε εγκλωβίσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγκλωβίσει | είχες εγκλωβίσει | είχε εγκλωβίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγκλωβίσει / να εγκλωβίζω / να εγκλωβίσω | να έχεις εγκλωβίσει / να εγκλωβίζεις / να εγκλωβίσεις | να έχει εγκλωβίσει / να εγκλωβίζει / να εγκλωβίσει | να έχουμε εγκλωβίσει / να εγκλωβίζουμε / να εγκλωβίσουμε | να εγκλωβίζετε / να εγκλωβίσετε | να εγκλωβίζουν / να εγκλωβίζουνε / να εγκλωβίσουν / να εγκλωβίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε εγκλωβισμένο / εγκλώβιζε / εγκλώβισε | — | — | εγκλωβίζετε / εγκλωβίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
εγκλωβίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →