Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγκλωβίζω

ρήμα
•
  1. οδηγώ και κλείνω κάποιον σε ένα κλουβί ή γενικότερα σε έναν πολύ στενό χώρο Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπεριορίζω κάποιον σε ασφυκτικά πλαίσια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγκλωβίζω < (εν) εγ- + κλωβός + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική encager)

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγκλωβίζωεγκλωβίζειςεγκλωβίζειεγκλωβίζουμεεγκλωβίζετεεγκλωβίζουν / εγκλωβίζουνε
Παρατατικόςεγκλώβιζαεγκλώβιζεςεγκλώβιζεεγκλωβίζαμεεγκλωβίζατεεγκλωβίζαν / εγκλωβίζανε / εγκλώβιζαν
Αόριστοςεγκλώβισαεγκλώβισεςεγκλώβισεεγκλωβίσαμεεγκλωβίσατεεγκλωβίσαν / εγκλωβίσανε / εγκλώβισαν
Μέλλονταςθα εγκλωβίζω / θα εγκλωβίσωθα εγκλωβίζεις / θα εγκλωβίσειςθα εγκλωβίζει / θα εγκλωβίσειθα εγκλωβίζουμε / θα εγκλωβίσουμεθα εγκλωβίζετε / θα εγκλωβίσετεθα εγκλωβίζουν / θα εγκλωβίζουνε / θα εγκλωβίσουν / θα εγκλωβίσουνε
Παρακείμενοςέχω εγκλωβίσειέχεις εγκλωβίσειέχει εγκλωβίσειέχουμε εγκλωβίσει——
Υπερσυντέλικοςείχα εγκλωβίσειείχες εγκλωβίσειείχε εγκλωβίσει———
Υποτακτικήνα έχω εγκλωβίσει / να εγκλωβίζω / να εγκλωβίσωνα έχεις εγκλωβίσει / να εγκλωβίζεις / να εγκλωβίσειςνα έχει εγκλωβίσει / να εγκλωβίζει / να εγκλωβίσεινα έχουμε εγκλωβίσει / να εγκλωβίζουμε / να εγκλωβίσουμενα εγκλωβίζετε / να εγκλωβίσετενα εγκλωβίζουν / να εγκλωβίζουνε / να εγκλωβίσουν / να εγκλωβίσουνε
Προστακτική—έχε εγκλωβισμένο / εγκλώβιζε / εγκλώβισε——εγκλωβίζετε / εγκλωβίστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

εγκλωβίζομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →