εγκολλώ
•
- κολλάω κάτι σταθερά με κάτι άλλο, τα προσαρμόζω μαζί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκολλώ < ελληνιστική κοινή ἐγκολλάω / ἐγκολλῶ < αρχαία ελληνική ἐν + κολλάω / κολλῶ < κόλλα
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγκολλάω / εγκολλώ | εγκολλάς | εγκολλά / εγκολλάει | εγκολλάμε / εγκολλούμε | εγκολλάτε | εγκολλάν / εγκολλάνε / εγκολλούν / εγκολλούνε |
| Παρατατικός | εγκολλούσα | εγκολλούσες | εγκολλούσε | εγκολλούσαμε | εγκολλούσατε | εγκολλούσαν / εγκολλούσανε |
| Αόριστος | εγκόλλησα | εγκόλλησες | εγκόλλησε | εγκολλήσαμε | εγκολλήσατε | εγκολλήσαν / εγκολλήσανε / εγκόλλησαν |
| Μέλλοντας | θα εγκολλάω / θα εγκολλήσω / θα εγκολλώ | θα εγκολλάς / θα εγκολλήσεις | θα εγκολλά / θα εγκολλάει / θα εγκολλήσει | θα εγκολλάμε / θα εγκολλήσουμε / θα εγκολλούμε | θα εγκολλάτε / θα εγκολλήσετε | θα εγκολλάν / θα εγκολλάνε / θα εγκολλήσουν / θα εγκολλήσουνε / θα εγκολλούν / θα εγκολλούνε |
| Παρακείμενος | έχω εγκολλήσει | έχεις εγκολλήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγκολλήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγκολλήσει / να εγκολλάω / να εγκολλήσω / να εγκολλώ | να έχεις εγκολλήσει / να εγκολλάς / να εγκολλήσεις | να εγκολλά / να εγκολλάει / να εγκολλήσει | να εγκολλάμε / να εγκολλήσουμε / να εγκολλούμε | να εγκολλάτε / να εγκολλήσετε | να εγκολλάν / να εγκολλάνε / να εγκολλήσουν / να εγκολλήσουνε / να εγκολλούν / να εγκολλούνε |
| Προστακτική | — | εγκόλλα / εγκόλλαγε / εγκόλλησε | — | — | εγκολλάτε / εγκολλήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →