εγκόλλητος
•
- που έχει εγκολλήσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγκόλλητος < εγκολλ(ώ) + -ητος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκόλλητος | εγκόλλητη | εγκόλλητο |
| Γενική | εγκόλλητου | εγκόλλητης | εγκόλλητου |
| Αιτιατική | εγκόλλητο | εγκόλλητη | εγκόλλητο |
| Κλητική | εγκόλλητε | εγκόλλητη | εγκόλλητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εγκόλλητοι | εγκόλλητες | εγκόλλητα |
| Γενική | εγκόλλητων | εγκόλλητων | εγκόλλητων |
| Αιτιατική | εγκόλλητους | εγκόλλητες | εγκόλλητα |
| Κλητική | εγκόλλητοι | εγκόλλητες | εγκόλλητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →