Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αρνητικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που είναι αποφατικός, αρνείται κάτι συγκεκριμένο, δίνει αρνητική απάντηση Βικιλεξικό
    • Του ζήτησα δανεικά, αλλά ήταν αρνητικός
  2. ο αντίθετος του θετικού, όχι απαραιτήτως δυσάρεστος και κακός Βικιλεξικό
    • Ο αρνητικός πόλος της μπαταρίας
    • Οι αρνητικοί αριθμοί
    • Έχει αίμα ρέζους αρνητικό
    • Τα αποτελέσματα του τεστ ήταν αρνητικά (δε βρέθηκε συνεπώς το "κακό" που ανεζητείτο)
  3. ο αντίθετος του επιθυμητού, του επιδιωκόμενου Βικιλεξικό
    • Η πορεία της οικονομίας ήταν αρνητική
    • Το κλίμα ήταν αρνητικό
  4. μαθηματικάαριθμός μικρότερος του μηδενός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αρνητικός < (ελληνιστική κοινή) ἀρνητικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρνητικόςαρνητικήαρνητικό
Γενικήαρνητικούαρνητικήςαρνητικού
Αιτιατικήαρνητικόαρνητικήαρνητικό
Κλητικήαρνητικέαρνητικήαρνητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαρνητικοίαρνητικέςαρνητικά
Γενικήαρνητικώναρνητικώναρνητικών
Αιτιατικήαρνητικούςαρνητικέςαρνητικά
Κλητικήαρνητικοίαρνητικέςαρνητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →