εγχείρηση
•
- ιατρικήχειρουργική επέμβαση, ιατρική πράξη με ειδικά όργανα, που περιλαμβάνει συνήθως τομή στο σώμα του ασθενούς, ώστε να γίνει δυνατή η επέμβαση σε εσωτερικά όργανα Βικιλεξικό
- Πάμε για εγχείρηση στομάχου στον Ευαγγελισμό. (⌘ Διδώ Σωτηρίου, Εντολή, [μυθιστόρημα], 1976)
Ετυμολογία
εγχείρηση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἐγχείρη(σις) + -ση < ἐγχειρέω / ἐγχειρῶ < ἐν + χείρ. Συγκρίνετε με το εγχείριση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εγχείρηση | εγχειρήσεις |
| Γενική | εγχείρησης | εγχειρήσεων |
| Αιτιατική | εγχείρηση | εγχειρήσεις |
| Κλητική | εγχείρηση | εγχειρήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →