Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγχειρώ

/eŋ.çiˈɾo/ρήμα
•
  1. λόγιοεγχειρίζω Βικιλεξικό
  2. → χρειάζεται παράθεμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγχειρώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐγχειρῶ, συνηρημένος τύπος του ἐγχειρέω (παίρνω στο χέρι, επιδικώκω) < (ἐν) ἐγ- + χείρ + -έω. Συγκρίνετε με το εγχειρίζω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώτας—εγχειρείσαιεγχειρείται—εγχειρείστε—
Παρατατικόςεγχειρούμουνεγχειρούσουνεγχειρούντανεγχειρούμαστανεγχειρούσασταν / εγχειρούσαστεεγχειρούνταν
Αόριστος—————εγχειρηθήκαν / εγχειρηθήκανε
Μέλλονταςθα εγχειρηθώθα εγχειρείσαι / θα εγχειρηθείςθα εγχειρείται / θα εγχειρηθείθα εγχειρηθούμεθα εγχειρείστε / θα εγχειρηθείτεθα εγχειρηθούν / θα εγχειρηθούνε
Παρακείμενοςέχω εγχειρηθείέχεις εγχειρηθείέχει εγχειρηθείέχουμε εγχειρηθείέχετε εγχειρηθείέχουν εγχειρηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα εγχειρηθείείχες εγχειρηθείείχε εγχειρηθείείχαμε εγχειρηθείείχατε εγχειρηθείείχαν εγχειρηθεί
Υποτακτικήνα έχω εγχειρηθεί / να εγχειρηθώνα έχεις εγχειρηθεί / να εγχειρείσαι / να εγχειρηθείςνα έχει εγχειρηθεί / να εγχειρείται / να εγχειρηθείνα έχουμε εγχειρηθεί / να εγχειρηθούμενα έχετε εγχειρηθεί / να εγχειρείστε / να εγχειρηθείτενα έχουν εγχειρηθεί / να εγχειρηθούν / να εγχειρηθούνε
Προστακτική—εγχειρήσου——εγχειρείστε / εγχειρηθείτε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγχειρούμαι——εγχειρούμαστε—εγχειρούνται
Παρατατικός———εγχειρούμαστε——
Αόριστοςεγχειρήθηκαεγχειρήθηκεςεγχειρήθηκεεγχειρηθήκαμεεγχειρηθήκατεεγχειρήθηκαν
Μέλλονταςθα εγχειρούμαι——θα εγχειρούμαστε—θα εγχειρούνται
Υποτακτικήνα εγχειρούμαι——να εγχειρούμαστε—να εγχειρούνται

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →