Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εγχειρίζω

ρήμα
•
  1. δίνω κάτι στα χέρια κάποιου Βικιλεξικό
    • Μου ενεχείρισε τη διαθήκη του για να τη φυλάξω
  2. ιατρικήκάνω εγχείρηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εγχειρίζω < αρχαία ελληνική ἐγχειρίζω < ἐν + χείρ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεγχειρίζωεγχειρίζειςεγχειρίζειεγχειρίζουμεεγχειρίζετεεγχειρίζουν / εγχειρίζουνε
Παρατατικόςεγχείριζαεγχείριζεςεγχείριζεεγχειρίζαμεεγχειρίζατεεγχείριζαν / εγχειρίζαν / εγχειρίζανε
Αόριστοςεγχείρισαεγχείρισεςεγχείρισεεγχειρίσαμεεγχειρίσατεεγχείρισαν / εγχειρίσαν / εγχειρίσανε
Μέλλονταςθα εγχειρίζω / θα εγχειρίσωθα εγχειρίζεις / θα εγχειρίσειςθα εγχειρίζει / θα εγχειρίσειθα εγχειρίζουμε / θα εγχειρίσουμεθα εγχειρίζετε / θα εγχειρίσετεθα εγχειρίζουν / θα εγχειρίζουνε / θα εγχειρίσουν / θα εγχειρίσουνε
Παρακείμενοςέχω εγχειρίσειέχεις εγχειρίσειέχει εγχειρίσειέχουμε εγχειρίσειέχετε εγχειρίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα εγχειρίσειείχες εγχειρίσειείχε εγχειρίσειείχαμε εγχειρίσει——
Υποτακτικήνα έχω εγχειρίσει / να εγχειρίζω / να εγχειρίσωνα έχεις εγχειρίσει / να εγχειρίζεις / να εγχειρίσειςνα έχει εγχειρίσει / να εγχειρίζει / να εγχειρίσεινα έχουμε εγχειρίσει / να εγχειρίζουμε / να εγχειρίσουμενα έχετε εγχειρίσει / να εγχειρίζετε / να εγχειρίσετενα εγχειρίζουν / να εγχειρίζουνε / να εγχειρίσουν / να εγχειρίσουνε
Προστακτική—εγχείριζε / εγχείρισε——εγχειρίζετε / εγχειρίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →