εγχειρίζω
•
- δίνω κάτι στα χέρια κάποιου Βικιλεξικό
- Μου ενεχείρισε τη διαθήκη του για να τη φυλάξω
- ιατρικήκάνω εγχείρηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εγχειρίζω < αρχαία ελληνική ἐγχειρίζω < ἐν + χείρ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εγχειρίζω | εγχειρίζεις | εγχειρίζει | εγχειρίζουμε | εγχειρίζετε | εγχειρίζουν / εγχειρίζουνε |
| Παρατατικός | εγχείριζα | εγχείριζες | εγχείριζε | εγχειρίζαμε | εγχειρίζατε | εγχείριζαν / εγχειρίζαν / εγχειρίζανε |
| Αόριστος | εγχείρισα | εγχείρισες | εγχείρισε | εγχειρίσαμε | εγχειρίσατε | εγχείρισαν / εγχειρίσαν / εγχειρίσανε |
| Μέλλοντας | θα εγχειρίζω / θα εγχειρίσω | θα εγχειρίζεις / θα εγχειρίσεις | θα εγχειρίζει / θα εγχειρίσει | θα εγχειρίζουμε / θα εγχειρίσουμε | θα εγχειρίζετε / θα εγχειρίσετε | θα εγχειρίζουν / θα εγχειρίζουνε / θα εγχειρίσουν / θα εγχειρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εγχειρίσει | έχεις εγχειρίσει | έχει εγχειρίσει | έχουμε εγχειρίσει | έχετε εγχειρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εγχειρίσει | είχες εγχειρίσει | είχε εγχειρίσει | είχαμε εγχειρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εγχειρίσει / να εγχειρίζω / να εγχειρίσω | να έχεις εγχειρίσει / να εγχειρίζεις / να εγχειρίσεις | να έχει εγχειρίσει / να εγχειρίζει / να εγχειρίσει | να έχουμε εγχειρίσει / να εγχειρίζουμε / να εγχειρίσουμε | να έχετε εγχειρίσει / να εγχειρίζετε / να εγχειρίσετε | να εγχειρίζουν / να εγχειρίζουνε / να εγχειρίσουν / να εγχειρίσουνε |
| Προστακτική | — | εγχείριζε / εγχείρισε | — | — | εγχειρίζετε / εγχειρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →