εθιμοτυπία
•
- το σύνολο των καθιερωμένων κανόνων κόσμιας συμπεριφοράς, και ειδικότερα αυτών που επικρατούν κατά τη διάρκεια επίσημων τελετών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθιμοτυπία < έθιμο + τύπος + -ία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εθιμοτυπία | εθιμοτυπίες |
| Γενική | εθιμοτυπίας | εθιμοτυπιών |
| Αιτιατική | εθιμοτυπία | εθιμοτυπίες |
| Κλητική | εθιμοτυπία | εθιμοτυπίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →