Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθιμοτυπικός

/e.θi.mo.ti.piˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εθιμοτυπία, αναφέρεται σ' αυτή ή προβλέπεται από κανόνες που απορρέουν απ' αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθιμοτυπικός < εθιμοτυπία + -ικός < έθιμο + τύπος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθιμοτυπικόςεθιμοτυπικήεθιμοτυπικό
Γενικήεθιμοτυπικούεθιμοτυπικήςεθιμοτυπικού
Αιτιατικήεθιμοτυπικόεθιμοτυπικήεθιμοτυπικό
Κλητικήεθιμοτυπικέεθιμοτυπικήεθιμοτυπικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθιμοτυπικοίεθιμοτυπικέςεθιμοτυπικά
Γενικήεθιμοτυπικώνεθιμοτυπικώνεθιμοτυπικών
Αιτιατικήεθιμοτυπικούςεθιμοτυπικέςεθιμοτυπικά
Κλητικήεθιμοτυπικοίεθιμοτυπικέςεθιμοτυπικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →