εθιμοτυπικός
•
- που έχει σχέση με την εθιμοτυπία, αναφέρεται σ' αυτή ή προβλέπεται από κανόνες που απορρέουν απ' αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθιμοτυπικός < εθιμοτυπία + -ικός < έθιμο + τύπος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθιμοτυπικός | εθιμοτυπική | εθιμοτυπικό |
| Γενική | εθιμοτυπικού | εθιμοτυπικής | εθιμοτυπικού |
| Αιτιατική | εθιμοτυπικό | εθιμοτυπική | εθιμοτυπικό |
| Κλητική | εθιμοτυπικέ | εθιμοτυπική | εθιμοτυπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εθιμοτυπικοί | εθιμοτυπικές | εθιμοτυπικά |
| Γενική | εθιμοτυπικών | εθιμοτυπικών | εθιμοτυπικών |
| Αιτιατική | εθιμοτυπικούς | εθιμοτυπικές | εθιμοτυπικά |
| Κλητική | εθιμοτυπικοί | εθιμοτυπικές | εθιμοτυπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →