Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνεγέρτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. που παρακινεί ένα ή περισσότερα σκλαβωμένα έθνη σε εθνεγερσία, με σκοπό την αυτοκυριαρχία Βικιλεξικό
  2. που παρακινεί ένα ολόκληρο έθνος υπέρ ή ενάντια μιας κατάστασης ή ιδέας, που δημιουργείται ή προβάλλεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εθνεγέρτης < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐθνεγέρτης. Συγχρονικά αναλύεται σε εθνεγερσία + -της : Λέξη που πλάσθηκε από τον Περικλή Καλαθάκη το 1878

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεθνεγέρτηςεθνεγέρτες
Γενικήεθνεγέρτηεθνεγερτών
Αιτιατικήεθνεγέρτηεθνεγέρτες
Κλητικήεθνεγέρτηεθνεγέρτες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →