ἐθνεγερτήριον
•
- καθαρεύουσαη εθνεγερσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἐθνεγερτήριον < εθνεγερσία, εθνεγέρτης + -τήριον : Λέξη που πλάσθηκε από τον Σπυρίδωνα Βασιλειάδη το 1869
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ἐθνεγερτήριον < εθνεγερσία, εθνεγέρτης + -τήριον : Λέξη που πλάσθηκε από τον Σπυρίδωνα Βασιλειάδη το 1869
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →