Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εθνεγερτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση ή αναφέρεται στην εθνεγερσία Βικιλεξικό
    • Η Ελληνική Νομαρχία, μετά το εθνεγερτικό κήρυγμα του Ρήγα Φεραίου, αποτελεί, κατά τους ιστορικούς των νεοτέρων χρόνων τον σημαντικότερο πνευματικό κρίκο που οδήγησε στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821.

Ετυμολογία

εθνεγερτικός < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἐθνεγερτικός. Συγχρονικά αναλύεται σε εθνεγέρτης + -ικός : Λέξη που πλάσθηκε από τον Νικόλαο Βούλγαρη το 1848

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνεγερτικόςεθνεγερτικήεθνεγερτικό
Γενικήεθνεγερτικούεθνεγερτικήςεθνεγερτικού
Αιτιατικήεθνεγερτικόεθνεγερτικήεθνεγερτικό
Κλητικήεθνεγερτικέεθνεγερτικήεθνεγερτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεθνεγερτικοίεθνεγερτικέςεθνεγερτικά
Γενικήεθνεγερτικώνεθνεγερτικώνεθνεγερτικών
Αιτιατικήεθνεγερτικούςεθνεγερτικέςεθνεγερτικά
Κλητικήεθνεγερτικοίεθνεγερτικέςεθνεγερτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →