εθνικοποιώ
•
- μετατρέπω σε δημόσιο ένα ιδιωτικό περιουσιακό στοιχείο, επιχείρηση ή γενικότερα πηγή πλούτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εθνικοποιώ < εθνικός + -ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εθνικοποιώ | εθνικοποιείς | εθνικοποιεί | εθνικοποιούμε | εθνικοποιείτε | εθνικοποιούν / εθνικοποιούνε |
| Παρατατικός | εθνικοποιούσα | εθνικοποιούσες | εθνικοποιούσε | εθνικοποιούσαμε | εθνικοποιούσατε | εθνικοποιούσαν / εθνικοποιούσανε |
| Αόριστος | εθνικοποίησα | εθνικοποίησες | εθνικοποίησε | εθνικοποιήσαμε | εθνικοποιήσατε | εθνικοποίησαν / εθνικοποιήσαν / εθνικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα εθνικοποιήσω / θα εθνικοποιώ | θα εθνικοποιήσεις / θα εθνικοποιείς | θα εθνικοποιήσει / θα εθνικοποιεί | θα εθνικοποιήσουμε / θα εθνικοποιούμε | θα εθνικοποιήσετε / θα εθνικοποιείτε | θα εθνικοποιήσουν / θα εθνικοποιήσουνε / θα εθνικοποιούν / θα εθνικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω εθνικοποιήσει | έχεις εθνικοποιήσει | έχει εθνικοποιήσει | έχουμε εθνικοποιήσει | έχετε εθνικοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εθνικοποιήσει | είχες εθνικοποιήσει | είχε εθνικοποιήσει | είχαμε εθνικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εθνικοποιήσει / να εθνικοποιήσω / να εθνικοποιώ | να έχεις εθνικοποιήσει / να εθνικοποιήσεις / να εθνικοποιείς | να έχει εθνικοποιήσει / να εθνικοποιήσει / να εθνικοποιεί | να έχουμε εθνικοποιήσει / να εθνικοποιήσουμε / να εθνικοποιούμε | να έχετε εθνικοποιήσει / να εθνικοποιήσετε / να εθνικοποιείτε | να εθνικοποιήσουν / να εθνικοποιήσουνε / να εθνικοποιούν / να εθνικοποιούνε |
| Προστακτική | — | εθνικοποίει / εθνικοποίησε | — | — | εθνικοποιήστε / εθνικοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →