κρατικοποιώ
•
- δίνω τον έλεγχο μιας επιχείρησης από τους ιδιώτες στο κράτος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κρατικοποιώ < κρατικός + -ο- + ποιώ ((μεταφραστικό δάνειο) γαλλική étatiser)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | κρατικοποιώ | κρατικοποιείς | κρατικοποιεί | κρατικοποιούμε | κρατικοποιείτε | κρατικοποιούν / κρατικοποιούνε |
| Παρατατικός | κρατικοποιούσα | κρατικοποιούσες | κρατικοποιούσε | κρατικοποιούσαμε | κρατικοποιούσατε | κρατικοποιούσαν / κρατικοποιούσανε |
| Αόριστος | κρατικοποίησα | κρατικοποίησες | κρατικοποίησε | κρατικοποιήσαμε | κρατικοποιήσατε | κρατικοποίησαν / κρατικοποιήσαν / κρατικοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα κρατικοποιήσω / θα κρατικοποιώ | θα κρατικοποιήσεις / θα κρατικοποιείς | θα κρατικοποιήσει / θα κρατικοποιεί | θα κρατικοποιήσουμε / θα κρατικοποιούμε | θα κρατικοποιήσετε / θα κρατικοποιείτε | θα κρατικοποιήσουν / θα κρατικοποιήσουνε / θα κρατικοποιούν / θα κρατικοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω κρατικοποιήσει | έχεις κρατικοποιήσει | έχει κρατικοποιήσει | έχουμε κρατικοποιήσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα κρατικοποιήσει | είχες κρατικοποιήσει | είχε κρατικοποιήσει | είχαμε κρατικοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω κρατικοποιήσει / να κρατικοποιήσω / να κρατικοποιώ | να έχεις κρατικοποιήσει / να κρατικοποιήσεις / να κρατικοποιείς | να έχει κρατικοποιήσει / να κρατικοποιήσει / να κρατικοποιεί | να έχουμε κρατικοποιήσει / να κρατικοποιήσουμε / να κρατικοποιούμε | να κρατικοποιήσετε / να κρατικοποιείτε | να κρατικοποιήσουν / να κρατικοποιήσουνε / να κρατικοποιούν / να κρατικοποιούνε |
| Προστακτική | — | κρατικοποίει / κρατικοποίησε | — | — | κρατικοποιήστε / κρατικοποιείτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
κρατικοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →