εικονίζω
•
- αναπαριστώ με εικόνα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εικονίζω < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική εἰκών
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εικονίζω | εικονίζεις | εικονίζει | εικονίζουμε | εικονίζετε | εικονίζουν / εικονίζουνε |
| Παρατατικός | εικόνιζα | εικόνιζες | εικόνιζε | εικονίζαμε | εικονίζατε | εικονίζαν / εικονίζανε / εικόνιζαν |
| Αόριστος | εικόνισα | εικόνισες | εικόνισε | εικονίσαμε | εικονίσατε | εικονίσαν / εικονίσανε / εικόνισαν |
| Μέλλοντας | θα εικονίζω / θα εικονίσω | θα εικονίζεις / θα εικονίσεις | θα εικονίζει / θα εικονίσει | θα εικονίζουμε / θα εικονίσουμε | θα εικονίζετε / θα εικονίσετε | θα εικονίζουν / θα εικονίζουνε / θα εικονίσουν / θα εικονίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εικονίσει | έχεις εικονίσει | έχει εικονίσει | έχουμε εικονίσει | έχετε εικονίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εικονίσει | είχες εικονίσει | είχε εικονίσει | είχαμε εικονίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εικονίσει / να εικονίζω / να εικονίσω | να έχεις εικονίσει / να εικονίζεις / να εικονίσεις | να έχει εικονίσει / να εικονίζει / να εικονίσει | να έχουμε εικονίσει / να εικονίζουμε / να εικονίσουμε | να έχετε εικονίσει / να εικονίζετε / να εικονίσετε | να εικονίζουν / να εικονίζουνε / να εικονίσουν / να εικονίσουνε |
| Προστακτική | — | εικόνιζε / εικόνισε | — | — | εικονίζετε / εικονίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →