Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εικονογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την εικονογραφία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
  2. ιδεογραφικός, που χρησιμοποιεί ιδεογράμματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εικονογραφικός < εικονογραφία + -ικός (2. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pictographique)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεικονογραφικόςεικονογραφικήεικονογραφικό
Γενικήεικονογραφικούεικονογραφικήςεικονογραφικού
Αιτιατικήεικονογραφικόεικονογραφικήεικονογραφικό
Κλητικήεικονογραφικέεικονογραφικήεικονογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεικονογραφικοίεικονογραφικέςεικονογραφικά
Γενικήεικονογραφικώνεικονογραφικώνεικονογραφικών
Αιτιατικήεικονογραφικούςεικονογραφικέςεικονογραφικά
Κλητικήεικονογραφικοίεικονογραφικέςεικονογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →