Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ειρηνιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον ειρηνισμό ή τον ειρηνιστή ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ειρηνιστικός < ειρηνιστής + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειρηνιστικόςειρηνιστικήειρηνιστικό
Γενικήειρηνιστικούειρηνιστικήςειρηνιστικού
Αιτιατικήειρηνιστικόειρηνιστικήειρηνιστικό
Κλητικήειρηνιστικέειρηνιστικήειρηνιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήειρηνιστικοίειρηνιστικέςειρηνιστικά
Γενικήειρηνιστικώνειρηνιστικώνειρηνιστικών
Αιτιατικήειρηνιστικούςειρηνιστικέςειρηνιστικά
Κλητικήειρηνιστικοίειρηνιστικέςειρηνιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →