εισαγγελία
•
- νομικός όροςτο λειτούργημα ενός εισαγγελέα καθώς και η εξουσία που απορρέει απ’ αυτό Βικιλεξικό
- νομικός όροςη σχετική υπηρεσία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισαγγελία < αρχαία ελληνική εἰσαγγελία < εἰσαγγέλλω < εἰς + ἀγγέλλω < ἄγγελος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισαγγελία | εισαγγελίες |
| Γενική | εισαγγελίας | εισαγγελιών |
| Αιτιατική | εισαγγελία | εισαγγελίες |
| Κλητική | εισαγγελία | εισαγγελίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →