εισηγμένος
•
- που έχει εισαχθεί από το εξωτερικό, ξενόφερτος Βικιλεξικό
- εισηγμένο προϊόν/όρος εισηγμένος από... (άλλη γλωσσα)
- που έχει εισαχθεί στο χρηματιστήριο Βικιλεξικό
- εισηγμένη εταιρία/μετοχή
Ετυμολογία
εισηγμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου εισάγομαι
Άλλοι τύποι
εισηγμέναεισηγμένεεισηγμένεςεισηγμένηεισηγμένηςεισηγμένοεισηγμένοιεισηγμένοςεισηγμένουεισηγμένουςεισηγμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →