εισιτήριο
•
- δελτίο που αγοράζει κάποιος και του δίνει το δικαίωμα εισόδου σε ένα συγκοινωνιακό μέσο ή θέαμα Βικιλεξικό
- μεταφορικάοτιδήποτε επιτρέπει σε κάποιον να προχωρήσει μπροστά στη ζωή του Βικιλεξικό
- το εισιτήριο για την επαγγελματική επιτυχία
Ετυμολογία
εισιτήριο < αρχαία ελληνική εἰσιτήριον, ουδέτερο του εἰσιτήριος < εἴσειμι < εἰς + εἶμι ((σημασιολογικό δάνειο) γερμανική Εintrittsgeld)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισιτήριο | εισιτήρια |
| Γενική | εισιτήριου / εισιτηρίου | εισιτηρίων |
| Αιτιατική | εισιτήριο | εισιτήρια |
| Κλητική | εισιτήριο | εισιτήρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →