Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισιτηριοδιαφυγή

/i.si.ti.ɾi.o.ði̯a.fiˈʝi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. νεολογισμόςη απώλεια εσόδων λόγω μη έκδοσης εισιτηρίων από τους επιβάτες Βικιλεξικό
    • Σήμερα πολλά εκδοτήρια σταθμών της πρώην ΗΣΑΠ είτε υπολειτουργούν, είτε είναι εντελώς κλειστά, με αποτέλεσμα την τεράστια εισιτηριοδιαφυγή ή και εισιτηριοαποφυγή, και τούτο όχι με αποκλειστική ευθύνη των επιβατών. (*)

Ετυμολογία

εισιτηριοδιαφυγή (νεολογισμός) < εισιτήρι(ο) + -ο- + διαφυγή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεισιτηριοδιαφυγήεισιτηριοδιαφυγές
Γενικήεισιτηριοδιαφυγήςεισιτηριοδιαφυγών
Αιτιατικήεισιτηριοδιαφυγήεισιτηριοδιαφυγές
Κλητικήεισιτηριοδιαφυγήεισιτηριοδιαφυγές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →