εισπράκτορας
•
- επάγγελμααυτός που εισπράττει Βικιλεξικό
- επάγγελμααυτός που εισπράττει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εισπράκτορας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσπράκτωρ από την αιτιατική «τὸν εἰσπράκτορα» < αρχαία ελληνική εἰσπράσσω / εἰσπράττω < εἰς + πράσσω / πράττω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισπράκτορας | εισπράκτορες |
| Γενική | εισπράκτορα / εισπράκτορος | εισπρακτόρων |
| Αιτιατική | εισπράκτορα | εισπράκτορες |
| Κλητική | εισπράκτορα | εισπράκτορες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →