Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εισροή

/is.ɾoˈi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ροή νερού ή άλλου υγρού προς τα μέσα Βικιλεξικό
    • Το καταδυτικό, το οποίο εξακολουθεί να παρουσιάζει ελεγχόμενη εισροή υδάτων που αντιμετωπίζεται με ίδια απαντλητικά μέσα, τελεί υπό απαγόρευση απόπλου. (* Εφημερίδα των συντακτών)
  2. μεταφορικάη εισαγωγή διαφόρων αγαθών ή χρήματος από διάφορες χώρες προς μία άλλη Βικιλεξικό
    • Η Ισλανδία εξασφαλίζει εισροή ξένου συναλλάγματος από την αλιεία και την αύξηση της τουριστικής κίνησης. (* enet.gr)

Ετυμολογία

εισροή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσροή < αρχαία ελληνική εἰσρέω < εἰς + ῥέω (>ῥοή). Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + ροή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήεισροήεισροές
Γενικήεισροήςεισροών
Αιτιατικήεισροήεισροές
Κλητικήεισροήεισροές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →