εισροή
•
- η ροή νερού ή άλλου υγρού προς τα μέσα Βικιλεξικό
- Το καταδυτικό, το οποίο εξακολουθεί να παρουσιάζει ελεγχόμενη εισροή υδάτων που αντιμετωπίζεται με ίδια απαντλητικά μέσα, τελεί υπό απαγόρευση απόπλου. (* Εφημερίδα των συντακτών)
- μεταφορικάη εισαγωγή διαφόρων αγαθών ή χρήματος από διάφορες χώρες προς μία άλλη Βικιλεξικό
- Η Ισλανδία εξασφαλίζει εισροή ξένου συναλλάγματος από την αλιεία και την αύξηση της τουριστικής κίνησης. (* enet.gr)
Ετυμολογία
εισροή < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εἰσροή < αρχαία ελληνική εἰσρέω < εἰς + ῥέω (>ῥοή). Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + ροή
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εισροή | εισροές |
| Γενική | εισροής | εισροών |
| Αιτιατική | εισροή | εισροές |
| Κλητική | εισροή | εισροές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →