εκροή
•
- η ροή νερού ή άλλου υγρού προς τα έξω Βικιλεξικό
- μεταφορικάη εξαγωγή διαφόρων αγαθών ή χρήματος από κάποια χώρα προς άλλες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκροή < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐκροή < ἐκρέω < ἐκ + ῥέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *srew- (ρέω) < *ser- (ἀραρίσκω). Συγχρονικά αναλύεται σε εκ- + ροή. : οικονομικός όρος < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική outflow
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | εκροή | εκροές |
| Γενική | εκροής | εκροών |
| Αιτιατική | εκροή | εκροές |
| Κλητική | εκροή | εκροές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →