χωρώ
•
- κυπριακάβλέπω, θωρώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
χωρώ < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική χωρῶ, συνηρημένος τύπος του χωρέω < χῶρος. Δείτε και χωράω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική χωράω * για τα κυπριακά: → δείτε τη λέξη θωρώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →