εκβραχίζω
•
- αφαιρώ βράχους ή τμήματά τους, προκειμένου να γίνει κάποια εργασία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκβραχίζω < εκ- + βράχος + -ίζω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dérocher)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | εκβραχίζω | εκβραχίζεις | εκβραχίζει | εκβραχίζουμε | εκβραχίζετε | εκβραχίζουν / εκβραχίζουνε |
| Παρατατικός | εκβράχιζα | εκβράχιζες | εκβράχιζε | εκβραχίζαμε | εκβραχίζατε | εκβράχιζαν / εκβραχίζαν / εκβραχίζανε |
| Αόριστος | εκβράχισα | εκβράχισες | εκβράχισε | εκβραχίσαμε | εκβραχίσατε | εκβράχισαν / εκβραχίσαν / εκβραχίσανε |
| Μέλλοντας | θα εκβραχίζω / θα εκβραχίσω | θα εκβραχίζεις / θα εκβραχίσεις | θα εκβραχίζει / θα εκβραχίσει | θα εκβραχίζουμε / θα εκβραχίσουμε | θα εκβραχίζετε / θα εκβραχίσετε | θα εκβραχίζουν / θα εκβραχίζουνε / θα εκβραχίσουν / θα εκβραχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω εκβραχίσει | έχεις εκβραχίσει | έχει εκβραχίσει | έχουμε εκβραχίσει | έχετε εκβραχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα εκβραχίσει | είχες εκβραχίσει | είχε εκβραχίσει | είχαμε εκβραχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω εκβραχίσει / να εκβραχίζω / να εκβραχίσω | να έχεις εκβραχίσει / να εκβραχίζεις / να εκβραχίσεις | να έχει εκβραχίσει / να εκβραχίζει / να εκβραχίσει | να έχουμε εκβραχίσει / να εκβραχίζουμε / να εκβραχίσουμε | να έχετε εκβραχίσει / να εκβραχίζετε / να εκβραχίσετε | να εκβραχίζουν / να εκβραχίζουνε / να εκβραχίσουν / να εκβραχίσουνε |
| Προστακτική | — | εκβράχιζε / εκβράχισε | — | — | εκβραχίζετε / εκβραχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →