εκβραχιστικός
•
- που έχει σχέση με εκβραχισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
εκβραχιστικός < εκβραχίζω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκβραχιστικός | εκβραχιστική | εκβραχιστικό |
| Γενική | εκβραχιστικού | εκβραχιστικής | εκβραχιστικού |
| Αιτιατική | εκβραχιστικό | εκβραχιστική | εκβραχιστικό |
| Κλητική | εκβραχιστικέ | εκβραχιστική | εκβραχιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | εκβραχιστικοί | εκβραχιστικές | εκβραχιστικά |
| Γενική | εκβραχιστικών | εκβραχιστικών | εκβραχιστικών |
| Αιτιατική | εκβραχιστικούς | εκβραχιστικές | εκβραχιστικά |
| Κλητική | εκβραχιστικοί | εκβραχιστικές | εκβραχιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →