Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εκβραχιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με εκβραχισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εκβραχιστικός < εκβραχίζω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκβραχιστικόςεκβραχιστικήεκβραχιστικό
Γενικήεκβραχιστικούεκβραχιστικήςεκβραχιστικού
Αιτιατικήεκβραχιστικόεκβραχιστικήεκβραχιστικό
Κλητικήεκβραχιστικέεκβραχιστικήεκβραχιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήεκβραχιστικοίεκβραχιστικέςεκβραχιστικά
Γενικήεκβραχιστικώνεκβραχιστικώνεκβραχιστικών
Αιτιατικήεκβραχιστικούςεκβραχιστικέςεκβραχιστικά
Κλητικήεκβραχιστικοίεκβραχιστικέςεκβραχιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →